Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιοτικό επίπεδο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιοτικό επίπεδο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ανέχεια

Η έλλειψη των αναγκαίων πόρων για να μπορεί ένας άνθρωπος ή μια κοινωνική ομάδα να καλύψει τις βασικές βιοτικές ανάγκες και ζήσει αξιοπρεπώς.

Συνώνυμο: φτώχεια.

Κοινωνικό κράτος

Το κράτος που κατοχυρώνει τα κοινωνικά δικαιώματα, με σκοπό να αμβλύνει τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, διασφαλίζοντας «αποδεκτό» βιοτικό επίπεδο για τους πολίτες του.

Κληρονομική φτώχεια

Η φτώχεια που «μεταβιβάζεται» στη νεότερη γενιά (στα παιδιά) εξαιτίας του χαμηλού βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου των γονέων.

Η εκπαίδευση, που αποτελεί βασικό, πανανθρώπινο δικαίωμα, φαίνεται πως έχει άρρηκτη σχέση με την οικονομική κατάσταση, σε σημείο μάλιστα που η εκπαιδευτική διαβάθμιση να είναι ανάλογη της κοινωνικής τάξης. Από στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας αποδεικνύεται πως όσο φτωχότερος είναι κάποιος τόσο λιγότερες είναι οι πιθανότητες να προχωρήσει στις υψηλότερες βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Η σχέση βιοτικού επιπέδου-εκπαίδευσης φαίνεται να μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά, δημιουργώντας ένα είδος κληρονομικής φτώχειας.

Κληρονομικός αναλφαβητισμός

Η αναπαραγωγή (διαιώνιση) του αναλφαβητισμού από γενιά σε γενιά, καθώς η εκπαίδευση των παιδιών συνδέεται άμεσα με το μορφωτικό επίπεδο των γονέων.

Το φύλο, η οικονομική κατάσταση και ο τόπος διαμονής ‒σε πολλές περιπτώσεις‒ συνδέονται άμεσα με τον αναλφαβητισμό.

Αυτό σημαίνει ότι το χαμηλό βιοτικό επίπεδο των γονέων επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό το μορφωτικό επίπεδο των παιδιών.

Αθλιες συνθήκες ζωής

Οι συνθήκες ζωής (οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, πνευματικές, περιβαλλοντικές) που δεν επιτρέπουν σε έναν άνθρωπο ή σε μια κοινωνική ομάδα να ζήσει μια αξιοπρεπή ζωή.

Σ’ αυτές τις συνθήκες περιλαμβάνονται: η φτώχεια, η ανεργία, ο αναλφαβητισμός, η υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος, η ελλιπής περίθαλψη κ. ά.

Αυτές οι συνθήκες αποτυπώνουν το χαμηλό βιοτικό επίπεδο μιας κοινωνίας.

Αντώνυμο: αξιοπρεπής ζωή, αξιοπρέπεια.